Η ώρα της αλήθειας για HΠΑ – Τουρκία

Το πρωί της Παρασκευής 12 Ιουλίου 2019, στην αεροπορική βάση Μουρτέντ έξω από την Αγκυρα, ξεκίνησε η σοβαρότερη δοκιμασία των αμερικανοτουρκικών σχέσεων από καταβολής ΝΑΤΟ. Ρώσοι τεχνικοί και Τούρκοι αξιωματούχοι παρέλαβαν τα πρώτα φορτία πυραύλων, ραντάρ και συστημάτων ελέγχου του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Οι Ρώσοι ειδικοί θα μείνουν στη χώρα και μετά την ολοκλήρωση της παραλαβής, ώστε να βοηθήσουν στη λειτουργία του συστήματος, ενώ παράλληλα έχει ξεκινήσει η εκπαίδευση των Τούρκων χειριστών του.

Η κομβικής σημασίας εξέλιξη για τη στρατηγική σχέση Τουρκίας – Δύσης μπορεί να σηματοδοτεί την αρχή μιας βαθύτερης απόκλισης, καθώς η Τουρκία ετοιμάζεται για τις κυρώσεις που θα ακολουθήσουν. Το πρακτορείο Bloomberg αποκάλυψε ότι η Αγκυρα έχει ήδη αρχίσει να αποθηκεύει ανταλλακτικά για τα μαχητικά αεροσκάφη F-16 και άλλα αμερικανικά εξοπλιστικά συστήματα που διαθέτει, με την ανάμνηση του τετραετούς εμπάργκο όπλων που της είχε επιβάλει η Ουάσιγκτον μετά την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο, το 1974.

Σε αντίθεση με την αμφιθυμία που είχαν επιδείξει τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι στην εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο, η προμήθεια σήμερα από την Τουρκία του πιο εξελιγμένου ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος συναντά τη ριζική και ολοκληρωτική απόρριψη από τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία. Ετσι, παρά τα καθησυχαστικά λόγια του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στην πρόσφατη συνάντηση με τον Τούρκο ομόλογό του Ταγίπ Ερντογάν στη σύνοδο του G20 στην Οσάκα της Ιαπωνίας, είναι βέβαιο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα απαντήσουν με κυρώσεις.

Το βασικό ερώτημα για την Αγκυρα είναι πόσο σαρωτικές θα είναι οι κυρώσεις αυτές, πόσο θα καθυστερήσει η επιβολή τους και πώς θα μοιάζουν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις μετά την κρίση αυτή.

Για την ώρα, η Αγκυρα κινείται στον αστερισμό των ψευδαισθήσεων που δημιούργησε η φιλική στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στον Ταγίπ Ερντογάν, με τον τελευταίο να υποστηρίζει ότι δεν θα επιβληθούν καν αμερικανικές κυρώσεις. Σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως, η τουρκική ηγεσία δεν μπορεί παρά να ζυγίζει το πώς θα απαντήσει στις κυρώσεις – και συγκεκριμένα το αν θα χρησιμοποιήσει το υπερόπλο που λέγεται αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ ή όχι.

Οσο οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στη στρατηγικής σημασίας βάση, από την οποία διενεργούν επιχειρήσεις σε όλη την περιοχή, η διατάραξη της σχέσης με την Τουρκία είναι διαχειρίσιμη και η στρατηγική συμμαχία παραμένει ενεργή.

Με δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον δεν θέλει να χάσει το Ιντσιρλίκ ούτε, ευρύτερα, να «χαρίσει» την Αγκυρα στη Μόσχα, η απόπειρα «συνετισμού» της Τουρκίας αναπόφευκτα συμβαδίζει με μια παράλληλη αναζήτηση διεξόδων αποκλιμάκωσης.

Η ίδια η διαδικασία των κυρώσεων παρέχει τέτοιες διεξόδους. Η νομοθεσία CAATSA του 2017, με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες τιμωρούν τους αγοραστές σημαντικών ρωσικών οπλικών συστημάτων, δίνει στον Αμερικανό πρόεδρο τη δυνατότητα να επιλέξει πέντε από μια λίστα δώδεκα πιθανών κυρώσεων. Αντί να αποκλείσει πλήρως την Τουρκία από το διεθνές τραπεζικό σύστημα γκρεμίζοντας την εύθραυστη οικονομία της, ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να εστιάσει τις κυρώσεις σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή οντότητες στο εσωτερικό της Τουρκίας, περιορίζοντας τις επιπτώσεις.

Ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε, επίσης, να υποστηρίξει ότι οι κυρώσεις θα ενεργοποιηθούν μόνον εφόσον τεθούν σε λειτουργία οι S-400, δίνοντας έτσι στην Τουρκία περιθώριο να το ξανασκεφθεί έως τον Οκτώβριο.

Τα αεροσκάφη F-35

Πολύ πιο σύντομα, στις 31 Ιουλίου αναμένεται ο αποκλεισμός της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες φοβούνται πως αν τα νέα μαχητικά πετούν σε μια χώρα στην οποία λειτουργούν S-400, η Ρωσία θα ανακαλύψει τα ευάλωτα σημεία τους.

Αποκλεισμός σημαίνει όχι μόνον ότι η Αγκυρα δεν θα παραλάβει τα 100 αεροσκάφη που έχει παραγγείλει, αλλά και ότι οι τουρκικές βιομηχανίες που μετέχουν στη συμπαραγωγή θα αποκλειστούν και θα αντικατασταθούν από εταιρείες άλλων χωρών.

Θα είναι οι εξελίξεις αυτές ένα θετικό για τους αντιπάλους της Τουρκίας πλήγμα στο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων; Ή μήπως, ανοίγοντας τον δρόμο στην αγορά ρωσικών εξοπλιστικών συστημάτων και στην ανάπτυξη της εγχώριας τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας, θα καταλήξουν να διαμορφώσουν μια Τουρκία πιο ανεξάρτητη και άρα πιο ανεξέλεγκτη από τη Δύση; 

kathimerini.gr

Αφήστε μια απάντηση