Διστακτικοί οι ξένοι επενδυτές για τις μετοχές του Χ.Α.

Επιφυλακτικοί εμφανίζονται οι θεσμικοί επενδυτές απέναντι στην Ελλάδα και στα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία, παρόλο που ήδη μετράμε έναν μήνα μετά την έξοδο από το πρόγραμμα. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στις συναντήσεις που είχαν με διεθνή funds και επενδυτικές τράπεζες οι 31 ελληνικές εισηγμένες εταιρείες που βρέθηκαν στο Λονδίνο στο πλαίσιο του 13ου roadshow που διοργάνωσε το Χρηματιστήριο Αθηνών στο May Fair Hotel το διήμερο 19-20 Σεπτεμβρίου.

Οπως επισημαίνουν πηγές που συμμετείχαν στα ραντεβού των εισηγμένων με τα funds, το θέμα των τραπεζών «βάρυνε» το φετινό roadshow, λειτουργώντας αποτρεπτικά σε ό,τι αφορά τις διαθέσεις των διεθνών επενδυτών απέναντι στις ελληνικές μετοχές γενικότερα. «Γενικά επικρατεί ένα κλίμα κόπωσης σε σχέση με πέρυσι λόγω τραπεζών, ενώ το ενδιαφέρον δεν ήταν ομοιόμορφο για όλες τις εταιρείες», σημειώνει αναλυτής που συμμετείχε στο roadshow. Πάντως, για επιλεγμένες εταιρείες της υψηλής κεφαλαιοποίησης υπήρχε ενδιαφέρον από νέους επενδυτές, ενώ ικανοποιητική ήταν η εικόνα και για μικρομεσαίες εταιρείες. «Υπήρχαν και εταιρείες –κυρίως ζημιογόνες– με μικρό αριθμό ραντεβού οι οποίες δέχθηκαν ερωτήσεις από τα funds που έδειχναν κυρίως επιφυλακτικότητα», όπως επισημαίνει και τονίζει πως η γενική αίσθηση σε ό,τι αφορά το ελληνικό Χρηματιστήριο είναι ότι «απουσιάζει ο καταλύτης που θα κινούσε πιο δυναμικά τα νήματα με εισροές».

Σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», στις συναντήσεις οι ξένοι θεσμικοί επικεντρώθηκαν έντονα στα πλάνα μείωσης των NPEs αλλά και στις πωλήσεις δανείων, στους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και στις αναδιαρθρώσεις επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων. Τα στελέχη των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών δέχθηκαν πιεστικά ερωτήματα από τα funds και στις 40 ομαδικές συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν, σχετικά με τις προοπτικές της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αλλά και την ικανότητα των τραπεζών να ανταποκριθούν στους νέους φιλόδοξους, όπως τους χαρακτήρισαν, στόχους για τα NPEs.

Μάλιστα, οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και οι προβλέψεις για την αύξηση του ΑΕΠ φάνηκαν να ανησυχούν ιδιαιτέρως τους θεσμικούς. Οπως επεσήμαναν χαρακτηριστικά στους εκπροσώπους των τραπεζών, η ανάπτυξη πρέπει να ενισχυθεί και να αφήσει πίσω τους υποτονικούς τρέχοντες ρυθμούς έτσι ώστε οι τράπεζες να μπορούν να χορηγούν και πάλι δάνεια για να βελτιωθεί η εικόνα των εσόδων από τόκους και να επανακάμψει η κερδοφορία τους, που είναι και το μεγάλο ζητούμενο μετά τα αποτελέσματα εξαμήνου. «Το κλίμα απέναντι στις τράπεζες δεν ήταν και το πλέον ευχάριστο», σημειώνει χαρακτηριστικά κορυφαίο τραπεζικό στέλεχος στην «Κ».



Η ανάπτυξη πρέπει να ενισχυθεί και να αφήσει πίσω τους υποτονικούς τρέχοντες ρυθμούς, έτσι ώστε οι τράπεζες να μπορούν να χορηγούν και πάλι δάνεια για να βελτιωθεί η εικόνα των εσόδων από τόκους και να επανακάμψει η κερδοφορία τους, λένε τα funds.

Πάντως, τα διεθνή funds δεν έθεσαν θέμα ανάγκης νέων κεφαλαίων για τις τράπεζες, ενώ εμφανίστηκαν ικανοποιημένα σε ό,τι αφορά το μέτωπο της ρευστότητας καθώς ο στόχος της πλήρους απεξάρτησής τους από τον ELA επιτυγχάνεται. Σχετικά με το πολιτικό μέτωπο, οι πρόωρες εκλογές δεν φαίνεται να «φοβίζουν» τους ξένους επενδυτές, αφού έχει ήδη προεξοφληθεί ότι θα πραγματοποιηθούν πιθανότατα τον Μάιο, ενώ όλα τα μεγάλα κόμματα φαίνονται πρόθυμα να τηρήσουν τις δεσμεύσεις για τις μεταρρυθμίσεις. Οπως άλλωστε σημείωσε και ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου του Χρηματιστηρίου Αθηνών, Σωκράτης Λαζαρίδης, αν και οι επενδυτές πάντα ανησυχούν για τις εκλογές και την προεκλογική περίοδο, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος ανησυχίας για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα.

Αξίζει να σημειωθεί πως στο roadshow συμμετείχαν 95 hedge funds, καθώς και 130 αναλυτές και διαχειριστές κεφαλαίων επενδυτικών τραπεζών όπως: Odey, Schroders, State Street, Amber Capital, Blackrock, Wellington, Fidelity, BNP Paribas, HSBC, Lazard, JP Morgan, UBS, Morgan Stanley, HSBC, Hermes, Ιnvesco, Pimco,T Rowe Price, Adelphi Capital, GladstoneCapital κ.ά.

H Citigroup

Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα παραμείνει υποτονική και μάλιστα θα επιβραδυνθεί μετά το 2018 παρά το τέλος των προγραμμάτων διάσωσης, κυρίως λόγω της συνέχισης της λιτότητας, επιδεινώνοντας έτσι τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, εκτιμά η Citigroup σε έκθεσή της. Οπως σημειώνει, το ελληνικό ΑΕΠ θα κινηθεί σε μέτριους ρυθμούς και θα αυξηθεί κατά 1,9% το 2018, ενώ θα επιβραδυνθεί και πάλι στο 1,5% τα επόμενα δύο χρόνια (2019-2020). Για το διάστημα 2021-2022 εκτιμά πως θα κινηθεί στο 1,4%. Η βελτίωση της εμπιστοσύνης μετά το τέλος του προγράμματος διάσωσης θα αντισταθμιστεί από τη συνεχιζόμενη δημοσιονομική λιτότητα για την επίτευξη των μεταμνημονιακών δημοσιονομικών στόχων, όπως επισημαίνει.


Πηγή