Εκτός ελαφρύνσεων το 2019 αυτοί που… πληρώνουν

Την πολιτική απόφαση της κυβέρνησης να μην ελαφρύνει καθόλου ή να ελαφρύνει ελάχιστα τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα, τη μεσαία και τη μεγάλη ακίνητη περιουσία ή τις λιγοστές κερδοφόρες επιχειρήσεις αποτυπώνουν οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Από την εξειδίκευση των μέτρων, προκύπτει ότι η κυβέρνηση θέλει να επιτύχει ακύρωση του μέτρου της μείωσης των συντάξεων και της μείωσης του αφορολογήτου, με «αντάλλαγμα» την κατάργηση των αντίμετρων που προβλέπονται για το 2019 και για το 2020, με εξαίρεση τα αντίμετρα που εξαγγέλθηκαν από τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Πρακτικά, σχεδόν το σύνολο του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου –τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός και τα οποία προγραμματίζονται για το 2019 ανέρχονται σε περίπου 1,1 δισ. ευρώ– αφορούν τους «πολλούς», οι οποίοι όμως πληρώνουν τα λιγότερα και στον ΕΝΦΙΑ και στον φόρο εισοδήματος. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι:

1. Οι μισθωτοί και συνταξιούχοι με εισόδημα άνω των 20.000 ευρώ που θα είχαν σημαντική ελάφρυνση από το 2020 –καθώς εκτός από το αφορολόγητο θα μειωνόταν και η εισφορά αλληλεγγύης, αλλά και ο φόρος εισοδήματος– δεν έχουν να περιμένουν τίποτα τουλάχιστον μέχρι και το τέλος του 2020. Δηλαδή «τιμωρούνται» αυτοί που πληρώνουν τα περισσότερα. Με βάση τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, από 795.760 φυσικά πρόσωπα με φορολογητέο εισόδημα άνω των 20.000 ευρώ (σε σύνολο τουλάχιστον 8,8 εκατομμυρίων απασχολούμενων) το ελληνικό Δημόσιο εισπράττει περισσότερα από 5,2 δισ. ευρώ από το σύνολο των 8 δισ. ευρώ που αποδίδει κάθε χρόνο ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων. Επομένως, οι 9 στους 100 «στυλοβάτες» του φόρου εισοδήματος δεν θα έχουν καμία ελάφρυνση, για να απευθυνθεί η κυβέρνηση στους 91 από τους 100 με το επιχείρημα ότι θα τους απαλλάξει από τη μείωση του αφορολογήτου.

Το «πακέτο» των μέτρων και των αντιμέτρων του 2020 ήταν έτσι σχεδιασμένο ώστε να ανακατανείμει φορολογικά βάρη από τους λίγους που πληρώνουν τους περισσότερους φόρους στους πολλούς που πληρώνουν τα λιγότερα ή και καθόλου. Η μείωση της έκπτωσης φόρου (κατά 650 ευρώ δηλαδή από τα 1900 ευρώ στα 1250 ευρώ), από τη μια, αλλά και η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, από την άλλη, για εισοδήματα έως 30.000 ευρώ ή η μείωση του βασικού συντελεστή της φορολογικής κλίμακας από το 22% που είναι σήμερα στο 20% είχαν τα ακόλουθα αποτελέσματα:

• Μισθωτοί, συνταξιούχοι και αγρότες με αποδοχές έως και 22.000 ευρώ τον χρόνο θα καλούνταν να πληρώσουν πρόσθετους φόρους από 24 ευρώ έως και 470 ευρώ τον χρόνο. Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση θα είχαν οι έχοντες ετήσια εισοδήματα από 9000-11.000 ευρώ, καθώς αυτή θα έφθανε στα 470 ευρώ τον χρόνο.

• Οι έχοντες αποδοχές άνω των 22.000 ευρώ θα είχαν –παρά τη μείωση του αφορολογήτου– φορολογικό όφελος από 76 ευρώ τον χρόνο έως και 701 ευρώ ετησίως για τους εργαζομένους με υψηλές αποδοχές άνω των 65.000 ευρώ.

2. Οι επιχειρήσεις που ανέμεναν την εφάπαξ μείωση του συντελεστή από το 29%, που είναι σήμερα, στο 26% μέσα στο 2020, τώρα θα χρειαστεί να περιμένουν μέχρι το 2021 για να δουν το ίδιο αποτέλεσμα, καθώς ο συντελεστής θα αποκλιμακώνεται σταδιακά κατά μία μονάδα ανά έτος. Ετσι, το 2019 ο συντελεστής θα μειωθεί στο 28%, το 2020, στο 27% και το 2021 στο 26%. Με αυτά τα δεδομένα, τα 11.440 κερδοφόρα νομικά πρόσωπα (σε σύνολο 251.000 νομικών προσώπων), τα οποία και επωμίζονται τα 3,4 δισ. ευρώ από τα 4,3 δισ. ευρώ που πληρώνουν συνολικά οι επιχειρήσεις, θα έχουν μικρότερο ρυθμό ελάφρυνσης σε σχέση με αυτόν που θα εφαρμοζόταν αν υιοθετούνταν τα «αντίμετρα» του 2020.

3. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων με περιουσία άνω των 150.000 ευρώ δεν θα δουν καμία μείωση στον ΕΝΦΙΑ μέσα στο 2019, καθώς τα περίπου 311 εκατ. ευρώ που έχουν προϋπολογιστεί για την ελάφρυνση του φόρου κατοχής ακινήτων του 2019 θα διοχετευτούν για να ευνοηθούν –κατά κύριο λόγο με μικρά ποσά της τάξεως των 21-87 ευρώ ετησίως– οι έχοντες μικρές και πολύ μικρές περιουσίες. Ετσι, τα 3,488 εκατομμύρια ιδιοκτήτες με ατομικές περιουσίες έως 60.000 ευρώ θα ωφεληθούν με 55 ευρώ κατά μέσον όρο, το 1 εκατομμύριο των ιδιοκτητών με περιουσία από 60.000 έως 100.000 ευρώ θα κερδίσουν 87 ευρώ κατά μέσον όρο και οι έχοντες περιουσία από 100.000 έως 150.000 ευρώ θα κερδίσουν 56 ευρώ κατά μέσον όρο. Στην κατηγορία των 150.000-200.000 ευρώ, το όφελος θα είναι μόλις 21 ευρώ και όχι για όλους. Ουσιαστικά, εκτός ελαφρύνσεων για το 2019, μένουν 752.000 ιδιοκτήτες, οι οποίοι όμως πληρώνουν 1,3 δισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν το 48% του συνολικού φόρου.

4. Αλλά και οι αυτοαπασχολούμενοι για τους οποίους προωθείται η σημαντική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, ακόμη και αν εμφανίζουν υψηλά εισοδήματα, στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει είναι ότι «εξαφανίζεται» η επιβάρυνση που επήλθε (ή θα ενεργοποιούνταν από την 1/1/2019) λόγω του νέου τρόπου υπολογισμού των εισφορών. Ουσιαστικά, οι αυτοαπασχολούμενοι θα πληρώνουν λίγο λιγότερα σε σχέση με αυτά που κατέβαλλαν στον ΕΦΚΑ για τη χρήση του 2017, ενώ η συνολική επιβάρυνση, αν προστεθούν οι φόροι, η εισφορά αλληλεγγύης και το τέλος επιτηδεύματος, θα εξακολουθήσει να ανέρχεται στο 48%-50% του ετήσιου καθαρού εισοδήματος.

Σε 1,1 δισ. ευρώ το δημοσιονομικό κόστος των μέτρων

Περίπου σε 1,1 δισ. ευρώ ανέρχεται το δημοσιονομικό κόστος των μέτρων που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός από το βήμα της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης με ορίζοντα υλοποίησης μέσα στο 2019. Το ελληνικό σχέδιο προβλέπει ότι αυτά θα χρηματοδοτηθούν με το πρωτογενές υπερπλεόνασμα, αλλά και με τους πόρους που θα εξοικονομηθούν από τα μέτρα τα οποία θα εφαρμοστούν κανονικά:

1. To «πάγωμα» των συντάξεων, το οποίο θα αποδώσει 95 εκατ. ευρώ.

2. Την αλλαγή στη βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών (σ.σ. καταργείται η έκπτωση του 15%) η οποία θα αποδώσει περίπου 138 εκατ. ευρώ.

3. Την περαιτέρω μείωση του ΕΚΑΣ στα 12 ευρώ.

4. Τα χρήματα που θα εισρεύσουν στα κρατικά ταμεία από τα παιγνιομηχανήματα του ΟΠΑΠ (περίπου 200 εκατ. ευρώ).

Οι υπολογισμοί της κυβέρνησης έχουν γίνει με δεδομένο ότι το υπερπλεόνασμα της επόμενης χρονιάς θα είναι τουλάχιστον 700 εκατ. ευρώ. Με τα χρήματα από τα μέτρα που προαναφέρθηκαν και το υπερπλεόνασμα, η ελληνική πλευρά ζητάει να χρηματοδοτηθεί:

1. Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κύριας ασφάλισης για τους αυτοαπασχολουμένους, η οποία κοστίζει 186 εκατ. ευρώ.

2. Η μείωση των εισφορών επικουρικής ασφάλισης η οποία κοστίζει 44 εκατ. ευρώ.

3. Οι μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ, οι οποίες θα απορροφήσουν 323 εκατ. ευρώ.

4. Η μείωση του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων κατά μία μονάδα, που κοστίζει 150 εκατ. ευρώ και

5. Η καταβολή του επιδόματος στέγασης, ο προϋπολογισμός του οποίου μπορεί να κυμανθεί στα 300-350 εκατ. ευρώ, ανάλογα με τις προϋποθέσεις και τον τελικό αριθμό των δικαιούχων.


Πηγή